Το μονοπάτι " Σαρακοστή"
Όταν έσβησαν τα πολύχρωμα φώτα της Αποκριάς και σώπασαν τα νταούλια στους δρόμους ο κόσμος ένιωσε για λίγο ένα κενό παράξενο.
Οι μάσκες βγήκαν, τα κομφετί σκορπίστηκαν στο χώμα και ο ουρανός της Καθαράς Δευτέρας άνοιξε καθαρός, γαλάζιος, γεμάτος χρώματα και λίγο αυστηρός.
Στην άκρη του χωριού φαινόταν ένα μονοπάτι.
Ήταν στενό και ήσυχο. Πάνω του έγραφε: «Σαρακοστή».
Οι άνθρωποι το κοιτούσαν διστακτικά.
--- Είναι δύσκολος ο δρόμος του , με πολλές ανηφόρες ", έλεγαν.
--- Θέλει αγώνα».
Ο Αντώνης στεκόταν μπροστά σε αυτό το στενό μονοπάτι, μαζί με τον φίλο του τον Μάριο, που κρατούσε ακόμη στο χέρι του μια αποκριάτικη μάσκα.
— Εγώ δεν έρχομαι, είπε ο Μάριος.
Όλοι λένε πως αυτός ο δρόμος είναι γεμάτος στερήσεις.
— Η γιαγιά λέει πως είναι δρόμος αγώνα, απάντησε ο Αντώνης.
Η γιαγιά, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, πλησίασε.
— Έχει έπαθλο, παιδιά. Απλώς δεν φαίνεται στην αρχή.
Ο Μάριος σταύρωσε τα χέρια.
— Κι αν δεν αντέξουμε; Αν θελήσουμε να γυρίσουμε πίσω εκεί που έχει μουσική κι ο κόσμος γλενταει ;
Ξαφνικά φύσηξε ένας απαλός αέρας. Τα ξεχασμένα κομφετί σηκώθηκαν για λίγο και ύστερα έπεσαν ξανά στο χώμα. Το μονοπάτι έμοιαζε να ψιθυρίζει.
" Δεν σου ζητώ να μην χαίρεσαι", έλεγε σαν φωνή μέσα τους.
"Σου ζητώ να βρεις να χαίρεσαι πιο πολύ και βαθια"
Ο Αντώνης έκανε ένα βήμα.
— Το άκουσες;
— Τι; είπε ο Μάριος ανήσυχος.
— Σαν να μας μίλησε…
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Όταν δεν υπάρχουν θόρυβοι, αρχίζουμε να ακούμε.
Καθώς περπατούσαν, ο δρόμος γινόταν πιο ανηφορικός.
— Πεινάω ήδη, γκρίνιαξε ο Μάριος.
— Δεν είναι μόνο η πείνα του στομαχιού, είπε ο Αντώνης σκεφτικός. Εγώ θυμήθηκα τον θυμό που έχω για τον Νικόλα.
Στο μονοπάτι σαν να έπεσε μια σκιά και το σκοτείνιασε λίγο.
— Βλέπεις την σκιά ; είπε ο Μάριος. Ξαφνικά σκοτείνιασε νιώθω ένα βάρος !
Η γιαγιά στάθηκε μπροστά τους.
— Τι κουβαλάτε;
— Θυμό, είπε ο Αντώνης χαμηλόφωνα.
— Φόβο ότι δεν θα τα καταφέρω, είπε ο Μάριος.
Η γιαγιά άνοιξε τα χέρια της.
— Αφήστε τα εδώ.
— Που εδώ , έτσι απλά;
— Τίποτα δεν είναι απλό. Όμως είναι κάτι που θα σας ελευθερώσει.
Τα παιδιά έκλεισαν τα μάτια για μια στιγμή. Όταν τα άνοιξαν, στο μονοπάτι έπεσε λίγο φως .
— Δεν άλλαξε ο δρόμος, ψιθύρισε ο Μάριος.
— Εμείς αλλάξαμε, απάντησε η γιαγιά.
Στο βάθος φαινόταν ένα απαλό φως.
— Είναι αυτό το έπαθλο; ρώτησε ο Μάριος.
— Όχι, είπε η γιαγιά. Αυτό είναι η υπόσχεση.
Το έπαθλο είναι αυτό που θα γίνετε μέχρι να φτάσετε εκεί.
Ο Αντώνης χαμογέλασε.
— Δηλαδή η Σαρακοστή δεν είναι τιμωρία;
— Είναι προπόνηση καρδιάς, είπε η γιαγιά.
Ο Μάριος πέταξε τη μάσκα στο χώμα.
— Τότε… έρχομαι κι εγώ.
Και το μονοπάτι, σαν να χάρηκε, άφησε ένα ρυάκι με φως να κυλήσει μπροστά τους.
Το μονοπάτι προχωρούσε ήσυχο, ώσπου ξαφνικά χωρίστηκε στα δύο.
Ο ένας δρόμος ήταν φαρδύς, γεμάτος χρώματα. Από μακριά ακούγονταν γέλια και μουσικές.
Ο άλλος ήταν στενός, ανηφορικός και σιωπηλός.
Ο Μάριος κοντοστάθηκε.
Ο Αντώνης δίστασε.
— Εγώ φοβάμαι… ψιθύρισε ο Μάριος. Κι αν αποτύχουμε;
Η γιαγιά τούς πλησίασε.
Ο Μάριος κοίταξε τον εύκολο δρόμο. Τα γέλια ακούγονταν δυνατά.
Ύστερα κοίταξε τον φίλο του.
— Αν πάμε από εδώ, θα είμαστε μόνοι;
— Όχι, είπε ο Αντώνης. Θα είμαστε αληθινοί.
Έκαναν μαζί το βήμα προς τον ανηφορικό δρόμο.
Στην αρχή ήταν δύσκολα.
Ο θυμός ξαναχτύπησε την πόρτα της καρδιάς του Αντώνη.
Η ζήλια ψιθύρισε στον Μάριο.
Η κούραση τούς έκανε να σταματήσουν.
— Δεν αντέχω άλλο, είπε ο Μάριος και κάθισε σε μια πέτρα.
Η γιαγιά γονάτισε δίπλα του.
— Τι σε βαραίνει τώρα;
— Ότι δεν είμαι πάντα καλός. Ότι θυμώνω. Ότι ζηλεύω.
Η γιαγιά χαμογέλασε τρυφερά.
— Αυτό σημαίνει πως βλέπεις την αλήθεια σου. Κι αυτό είναι η αρχή της αλλαγής.
Ο Αντώνης άπλωσε το χέρι του.
— Πάμε μαζί.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Όσο περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλον, το βάρος γινόταν ελαφρύτερο.
Στο βάθος άρχισε να φαίνεται φως. Όχι εκτυφλωτικό — αλλά ζεστό. Ζωντανό.
— Είναι η Ανάσταση; ρώτησε ο Μάριος με μάτια που έλαμπαν.
Ο Μάριος χαμογέλασε.
— Τελικά ο δύσκολος δρόμος δεν ήταν τιμωρία.
— Ήταν πρόσκληση, συμπλήρωσε ο Αντώνης.
Και καθώς περπατούσαν προς το φως, κατάλαβαν πως ο αγώνας της Σαρακοστής δεν ήταν για να χάσουν κάτι…
αλλά για να κερδίσουν μια καρδιά πιο καθαρή, πιο ελεύθερη, πιο φωτεινή.
Η πορεία στο μονοπάτι κράτησε μέρες πολλές.
Ο ουρανός ήταν σκοτεινός, ήσυχος. Τα αστέρια έμοιαζαν να κρατούν την ανάσα τους. Ο Αντώνης και ο Μάριος στέκονταν μαζί, κρατώντας μικρά σβηστά κεριά.
— Γιαγιά… γιατί όλα είναι τόσο σκοτεινά; ψιθύρισε ο Μάριος.
— Για να καταλάβουμε τη δύναμη που έχει το φως απάντησε εκείνη.
Ξαφνικά, μέσα στη σιωπή, άναψε μια μικρή φλόγα.
Μια φλόγα που δεν τύφλωνε — ζέσταινε.
Η γιαγιά άναψε το κερί της και το πλησίασε στα παιδιά.
— Πάρτε φως.
Ο Αντώνης άναψε το κερί του. Έπειτα ο Μάριος.
Οι μικρές φλόγες έτρεμαν στην αρχή… μα δεν έσβηναν.
Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσαν πως κάτι είχε αλλάξει.
Ο θυμός του Αντώνη δεν είχε πια την ίδια δύναμη.
Η ζήλια του Μάριου είχε μικρύνει.
Ο φόβος τους δεν τους κρατούσε πίσω.
— Αυτό είναι; ρώτησε ο Αντώνης.
— Ναι, είπε η γιαγιά. Η Ανάσταση δεν είναι μόνο μια στιγμή. Είναι η καρδιά που έμαθε να αγαπά πιο βαθιά.
Ο Μάριος κοίταξε το κερί του.
— Δεν είναι μεγάλη η φλόγα μου…
— Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη, είπε η γιαγιά. Χρειάζεται να είναι αληθινή.
Ο Αντώνης χαμογέλασε.
— Δηλαδή ο δρόμος άξιζε;
— Ο δρόμος σας έφερε εδώ, απάντησε εκείνη. Μα το φως ήταν πάντα μέσα σας. Απλώς μάθατε να το ανάβετε.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν.
Η νύχτα δεν έφυγε απότομα — μα γέμισε φως.
Και τα παιδιά κατάλαβαν:
Η Ανάσταση δεν ήταν το τέλος του δρόμου.
Ήταν η αρχή ενός νέου τρόπου να περπατούν.
Με φως.
Με συγχώρεση.
Με καρδιά ζωντανή.
Μπορεί να ζητά συγγνώμη και να συγχωρεί.
Μπορεί να ξανασηκώνεται κάθε φορά που πέφτει.
Η Ανάσταση συμβολίζει το φως που γεννιέται μέσα μας όταν επιλέγουμε την αγάπη αντί για τον θυμό, την καλοσύνη αντί για την εγωπάθεια, την ελπίδα αντί για τον φόβο.
Κάθε παιδί κρύβει μέσα του μια μικρή φλόγα.
Η προσπάθεια, η υπομονή και η αγάπη είναι ο τρόπος να την κρατά αναμμένη.
