Το κείμενο που ακολουθεί γεννήθηκε από ένα κείμενο που συνάντησα να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, ιδιαίτερα στο Facebook, χωρίς να αναφέρεται ο δημιουργός του.
Με συγκίνησε βαθιά και έγινε η αφορμή για τη δική μου σκέψη και αφήγηση.
Κράτησα την ιδέα που με άγγιξε, αλλά έγραψα τη δική μου εκδοχή, με δικά μου λόγια, εικόνες και συναισθήματα.
Γιατί κάποιες ιστορίες, ακόμη κι όταν ξεκινούν από κάπου αλλού, βρίσκουν μέσα μας έναν δικό τους δρόμο.
Το τελευταίο παραμύθι της γιαγιάς
Όταν η γιαγιά μας ήταν ακόμη στη ζωή,
ένα απόγευμα μας φώναξε κοντά της.
Καθίσαμε γύρω της, όπως κάναμε πάντα.
Μας κοίταξε έναν έναν στα μάτια,
χαμογέλασε σιγά
και μας είπε:
-"Ελάτε πιο κοντά, παιδιά μου…
Γιατί κάποια πράγματα στη ζωή
δεν λέγονται από μακριά.
Θέλει να τα μοιραζόμαστε κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια
Θέλω σήμερα να σας πω ένα παραμύθι.
Όχι από εκείνα που έχουν δράκους και βασιλιάδες.
Το δικό μου παραμύθι.
Το παραμύθι μιας ζωής.
Κι αν κάποτε με αναζητήσετε,
να μη με ψάξετε στις φωτογραφίες.
Να με ψάξετε στις μυρωδιές της κουζίνας, στις γιορτές μας όταν μαζευόμαστε όλοι μαζί ,
στο ψωμί που κόβεται στο τραπέζι,
σε μια καρέκλα που τραβιέται για να καθίσει κάποιος,
και σε μια φωνή που λέει:
" Έλα… κάτσε λίγο ακόμα.”
Και τότε άρχισε να μας διηγείται…
Εγώ μεγάλωσα πολύ, έγινα ενενήντα χρονών.
Και τώρα που το λέω, μου φαίνεται παράξενο.
Ενενήντα ...
Μια ολόκληρη ζωή.
---------------------------------------------------
Κι όμως, αν με ρωτήσετε πότε πέρασε, δεν θα μπορέσω να σας πω.
Πέρασε όπως περνάει το νερό μέσα από τα δάχτυλα.
Το κρατάς για λίγο και νομίζεις πως το έχεις.
Κι ύστερα ανοίγεις το χέρι σου…
και δεν έχει μείνει τίποτα.
Μόνο λίγη δροσιά στην παλάμη.
Θυμάμαι τον εαυτό μου νέο.
Τότε νόμιζα πως η ζωή είναι μεγάλη.
Τόσο μεγάλη, που χωρούσαν μέσα της όλα.
Όλα τα "αύριο".
Αύριο θα παντρευτώ.
Αύριο θα κάνω παιδιά.
Αύριο θα φτιάξουμε το σπίτι.
Αύριο θα έχουμε λεφτά.
Αύριο θα ταξιδέψουμε.
Αύριο θα ξεκουραστώ.
Και περιμένοντας το αύριο…
ξεχνούσα να κοιτάξω το σήμερα.
Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που θα σας έλεγα, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο:
Μην περιμένετε, τόσο πολύ να αρχίσει η ζωή.
Έχει ήδη αρχίσει.
Είναι στο κάθε πρωινό.
Στο ψωμί που τρώμε
Σε αυτό τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί σας.
Σε συτό το παιδί που σας φωνάζει από το διπλανό δωμάτιο.
Στο χέρι που μπορείτε ακόμη να κρατήσετε.
Δεν ξέρετε πόσο πολύτιμο είναι κάτι…
μέχρι να γίνει ανάμνηση.
Τα γόνατά μου τώρα πονούν πολύ. Το βράδυ δεν του ξέρω που να τα βάλω .
Τα χέρια μου τρέμουν λίγο , γεμάτο ρυτίδες. Οπως και το πρόσωπο μου
Για να σηκωθώ από την καρέκλα χρειάζομαι τον χρόνο μου και το μπαστούνι μου κοντά .
Το σώμα μου ξέρει πως είμαι ενενήντα .
Η ψυχή μου όμως δεν το έμαθε ποτέ.
Μέσα μου υπάρχει ακόμη το κορίτσι που έτρεχε ξυπόλυτο στην αυλή.
Υπάρχει στη γυναίκα που περίμενε τον άντρα της να γυρίσει.
Υπάρχει στη μάνα που ξενύχτησε πάνω από τα παιδιά της που ψήνονταν στο πυρετό, με δάκρυα στα μάτια και με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια της.
Υπάρχει στο παιδί που με μια γκαζολαμπα διάβαζε στο σκοτάδι..
Υπάρχει στη γυναίκα που λαχταρούσε να κάνει οικογένεια γρήγορα, κι ας σηκωνόταν από τα χαράματα για να τα προλάβει όλα - ζύμωμα, άρμεγμα, τάισμα παιδιών , όργωμα πλύσιμο...
Όλα αυτα τα πρόσωπα είμαι εγώ.
Γι’ αυτό, όταν βλέπετε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, μη βλέπετε μόνο τα άσπρα μαλλιά, που δεν μπορεί . να βαδίσει χωρίς να στηρίζεται κάπου .
Να θυμάστε πως κάτω από τα άσπρα μαλλιά υπάρχει ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Υπάρχουν δρόμοι που περπάτησε.
Σπίτια που άφησε.
Ανθρώπους που αγάπησε.
Ανθρώπους που έχασε.
Σε γιορτές που δεν ξαναγύρισαν.
Και σε πόρτες που έκλεισαν για πάντα.
Ο γέρος άνθρωπος δεν είναι ένας άνθρωπος που τελειώνει.
Είναι ένας άνθρωπος μέσα στον οποίο ζουν όλοι όσοι υπήρξε.
Εγώ δεν έζησα, παιδιά μου, καμιά σπουδαία ζωή.
Δεν έγραψαν βιβλία για μένα.
Δεν έφτιαξαν αγάλματα.
Έζησα μια συνηθισμένη ζωή.
Κι όμως…
τώρα που κοιτάζω πίσω, νομίζω πως οι συνηθισμένες ζωές είναι οι πιο μεγάλες ιστορίες.
Ένα σπίτι.
Μια κουζίνα.
Μια αυλή.
Ένα τραπέζι.
Παιδιά.
Δουλειές.
Αρρώστιες.
Γέλια.
Κλάματα.
Γάμοι.
Βαφτίσια.
Κηδείες.
Ένα πιάτο φαγητό.
Ένα φιλί στο μέτωπο.
Μια πόρτα που άνοιξε αργά το βράδυ.
Αυτά ήταν όλα.
Κι όμως…
αυτά ήταν η ζωή.
Θυμάμαι τη μάνα μου.
Όταν καθόμασταν στο τραπέζι , έκανε ένα σταυρό πάνω στο ψωμί , έλεγε προσευχή και μετά έκοβε το ψωμί, .
Αθόρυβα.
Δεν εξηγούσε.
Δεν έκανε μάθημα.
Μικρή δεν καταλάβαινα.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα.
Το ψωμί δεν ήταν απλώς ψωμί.
Είχε μέσα του τη γη.
Τη βροχή.
Τον ήλιο.
Τον σπόρο.
Τα χέρια εκείνου που το έσπειρε.
Τα χέρια εκείνου που το θέρισε.
Το αλεύρι.
Τον φούρναρη.
Τον ιδρώτα.
Γι’ αυτό δεν πετούσαμε ούτε ψίχουλο.
Σήμερα έχετε πολλά.
Και είναι καλό να έχετε.
Μόνο μη συνηθίσετε τόσο τα πολλά, ώστε να πάψετε να βλέπετε τα λίγα.
Γιατί κάποτε θα καταλάβετε πως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν αγοράζονται.
Ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάς.
Ένα παιδί που κοιμάται ήσυχο.
Μια μάνα που ακόμη μπορείς να πάρεις τηλέφωνο.
Ένας άνθρωπος που σου λέει:
"Έφτασες;"
Μη γελάτε.
Αυτά είναι πλούτος.
Και να τρώτε μαζί.
Σας το λέω αυτό περισσότερο απ' όλα.
Να τρώτε μαζί.
Το τραπέζι τότε δεν ήταν ποτέ μόνο για το φαγητό.
Ήταν για να κοιτάζουμε ο ένας στον άλλον τα μάτια .
Εκεί καταλάβαινες ποιος είχε στενοχώρια.
Ποιος δεν μιλούσε.
Ποιος έκανε πως δεν πεινάει.
Ποιος άφηνε το καλό κομμάτι για το παιδί.
Σήμερα τρώμε πολλές φορές μπροστά σε οθόνες.
Και κοιτάμε τα πάντα εκτός από τον άνθρωπο απέναντί μας.
Να τον κοιτάτε.
Γιατί μπορεί να μη σας πει ποτέ:
"Πονάω."
Μπορεί μόνο να σπρώξει λίγο το πιάτο του.
Να χαμηλώσει τα μάτια.
Να πει:
"Δεν πεινάω."
Κι εκεί πρέπει να καταλάβετε.
Γιατί δεν πεινάει μόνο το σώμα.
Πεινάει και η καρδιά.
Πεινάει για μια κουβέντα.
Για μια αγκαλιά.
Για κάποιον που θα πει:
"Είμαι εδώ."
Και να προσέχετε τη γλώσσα σας.
Εγώ έζησα πολλά χρόνια για να καταλάβω πως μερικές λέξεις είναι σαν γυαλιά.
Τις λες χωρίς να βουτήξεις τη γλώσσα στο μυαλό σου και όλα σπάνε γύρω σου.
Και μετά μπορεί να μαζέψεις τα κομμάτια…
αλλά δεν ξαναγίνεται το ίδιο ποτήρι.
Ο θυμός περνάει.
Η προσβολή όμως μπορεί να μείνει.
Γι' αυτό, όταν θυμώνετε, να θυμάστε ποιον έχετε απέναντί σας.
Μην παίρνετε την αδυναμία του ανθρώπου που αγαπάτε και την κάνετε όπλο.
Αν σας εμπιστεύτηκε έναν φόβο του, μην τον χρησιμοποιήσετε ποτέ εναντίον του.
Αν σας έδειξε την πληγή του, μη χτυπήσετε εκεί.
Η καρδιά του ανθρώπου δεν είναι πεδίο μάχης.
Και η αγάπη δεν είναι να νικάει ο ένας.
Είναι να μη θέλει κανένας από τους δύο να χάσει τον άλλον.
Με τον άντρα μου τσακωθήκαμε.
Πολλές φορές.
Μη νομίζετε πως τα παλιά σπίτια ήταν γεμάτα μόνο λουλούδια και τραγούδια.
Είχαμε κι εμείς μέρες δύσκολες.
Μέρες που δεν μιλούσαμε.
Μέρες που κοιταζόμασταν και δεν ξέραμε τι να πούμε.
Αλλά μάθαμε κάτι:
Άλλο να θυμώνεις με έναν άνθρωπο…
κι άλλο να τον ταπεινώνεις.
Μην ξεφτιλίζετε ποτέ μπροστά στους άλλους εκείνον που αγαπάτε.
Αν έχεις δίκιο, πες το μόνοι σας.
Αν έχεις άδικο, ζήτα συγγνώμη μόνοι σας.
Η αγάπη θέλει αξιοπρέπεια.
Και να ξέρετε κάτι ακόμη:
Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ελάττωμα.
Μην περιμένετε να βρείτε τον τέλειο.
Θα γεράσετε περιμένοντας.
Ο ένας θυμώνει.
Ο άλλος φοβάται.
Κάποιος άλλος δεν ξέρει να λέει "σ' αγαπώ".
Ο άλλος κλείνεται.
Κι εσείς κάτι κάνετε που πληγώνει τους άλλους.
Όλοι κάτι κουβαλάμε.
Να είστε λίγο πιο επιεικείς.
Δεν ξέρετε τη μάχη που δίνει ο άνθρωπος απέναντί σας.
Όταν ήμουν νέα, έλεγα κι εγώ:
"Εγώ ποτέ."
Μην το λέτε αυτό.
Η ζωή ακούει.
Μπορεί να σε βάλει ακριβώς εκεί που νόμιζες πως δεν θα βρεθείς ποτέ.
Μπορεί να σε κάνει να φοβηθείς.
Να χάσεις.
Να ζητήσεις βοήθεια.
Να γονατίσεις.
Και τότε θα καταλάβεις πως δεν είμαστε τόσο δυνατοί όσο νομίζουμε.
Γι' αυτό να λέτε:
"Θεέ μου, φύλαγέ με."
Και μετά:
"Και δώσε μου δύναμη να φυλάω κι εγώ όσους αγαπώ."
Και τα παιδιά…
Αχ, αυτά τα παιδιά.
Εκεί κάναμε όλοι το ίδιο λάθος.
Νομίσαμε πως μας ανήκουν.
Τα κρατήσαμε από το χέρι.
Τα μεγαλώσαμε.
Ξενυχτήσαμε.
Τα ταΐσαμε.
Τα πήγαμε στον γιατρό.
Και κάποια στιγμή ξεχάσαμε πως δεν είναι δικά μας.
Είναι δώρα.
Πέρασαν από τα χέρια μας.
Ο Θεός μάς τα εμπιστεύτηκε για λίγο.
Να τα προστατεύσουμε.
Να τα μάθουμε να περπατούν.
Και ύστερα…
να τα αφήσουμε να φύγουν.
Αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα για μια μάνα.
Να ανοίξει τα χέρια της.
Να πει:
" Πήγαινε άνοιξε τα φτερά σου και πετα όσο πιο ψηλά μπορείς να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου "
Κι ας θέλει μέσα της να φωνάξει:
"Μείνε."
Μην κάνετε τα παιδιά σας συνέχεια αυτό που δεν προλάβατε να γίνετε εσείς.
Δεν είναι δεύτερη ευκαιρία για τη δική σας ζωή.
Είναι η πρώτη και μοναδική δική τους.
Αφήστε τα να βρουν τον δρόμο τους.
Εσείς να είστε το φως στην άκρη του δρόμου.
Όχι το χέρι που τα τραβάει πίσω.
Και τα εγγόνια…
Τα εγγόνια είναι άλλο πράγμα.
Τα εγγόνια δεν θέλουν δεύτερη μάνα.
Δεν θέλουν δεύτερο πατέρα.
Γιαγιά θέλουν!
Θέλουν εκείνο το σπίτι όπου μυρίζει κανέλα.
Εκείνη την καρέκλα στην κουζίνα.
Εκείνο το συρτάρι που έχει πάντα κάτι κρυμμένο.
Θέλουν να τους πεις:
"Έλα, κάτσε εδώ."
Και να μην υπάρχει βιασύνη.
Να τους ακούσεις ακόμη κι όταν σου λένε μια ιστορία που την έχεις ακούσει δέκα φορές.
Να τους αφήσεις να λερώσουν λίγο τα χέρια τους.
Να τους μάθεις να ζυμώνουν.
Να τους δείξεις πώς κόβεται το ψωμί.
Να τους πεις ποια ήταν η δική σου μάνα.
Πώς ήταν το σπίτι σου.
Πώς μύριζε ο φούρνος.
Πώς περίμενες τον άνθρωπό σου να γυρίσει.
Γιατί κάποια μέρα…
θα είσαι εσύ η ιστορία τους.
Και μπορεί να μη θυμούνται τι τους αγόρασες.
Θα θυμούνται όμως πως υπήρχε μια αγκαλιά που τους χωρούσε ολόκληρους και μια ποδιά γεμάτη κακουχία.
Αν μπορούσα να κρατήσω μόνο ένα πράγμα από τα ενενήντα χρόνια μου, δεν θα κρατούσα ούτε χρήματα ούτε σπίτια.
Θα κρατούσα φωνές.
Τη φωνή της μάνας μου.
Τη φωνή του άντρα μου.
Τις φωνές των παιδιών μου.
Τα γέλια των εγγονιών.
Και μια φράση.
Μια απλή φράση.
"Κάτσε λίγο ακόμα."
Τι παράξενο πράγμα η ζωή.
Όταν είμαστε νέοι, θέλουμε να φύγουμε.
Να προλάβουμε.
Να πάμε παρακάτω.
Και όταν γεράσουμε, πληρώνουμε ό,τι έχουμε για να γυρίσουμε πίσω.
Μόνο για μία ώρα.
Μία ώρα με τη μάνα μας.
Ένα τραπέζι όπως παλιά.
Μια Κυριακή στην εκκλησία
Ένα παιδί που δεν έχει ακόμη μεγαλώσει.
Έναν άνθρωπο που τότε νομίζαμε πως θα είναι για πάντα μαζί μας.
Μα το "για πάντα" δεν το υπογράφει κανείς.
Γι' αυτό…
μην αφήνετε τις αγκαλιές για αύριο.
Μην αφήνετε τη συγγνώμη για αύριο.
Μην αφήνετε το "σ' αγαπώ" για αύριο.
Το αύριο είναι ένα γράμμα που δεν ξέρουμε αν θα φτάσει ποτέ.
Και τώρα που σας τα είπα όλα αυτά…
μη με κοιτάτε έτσι.
Δεν τελείωσε ακόμη το παραμύθι.
Γιατί το παραμύθι δεν τελειώνει όταν γερνάει η γιαγιά.
Τελειώνει όταν κανείς δεν θυμάται πια την ιστορία της.
Γι' αυτό, όταν φύγω μια μέρα…
μην πείτε μόνο:
"Πέθανε η γιαγιά."
Πείτε:
"Η γιαγιά μας είπε κάποτε να τρώμε μαζί."
Και καθίστε στο τραπέζι.
Πείτε:
"Η γιαγιά μας είπε να μη μιλάμε όταν είμαστε θυμωμένοι."
Και αγκαλιάστε ο ένας τον άλλον.
Πείτε:
"Η γιαγιά μας είπε να μη φοβόμαστε να αγαπάμε."
Και αγαπήστε.
Και αν κάποτε δείτε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο μόνο του σε μια γωνιά…
καθίστε δίπλα του.
Μπορεί να μη θέλει τίποτα.
Μπορεί να θέλει μόνο κάποιον να θυμηθεί πως υπάρχει.
Και αν κάποτε βρεθείτε μπροστά σε ένα παιδί που φοβάται…
μην του πείτε:
"Μη φοβάσαι."
Πείτε του:
"Έλα εδώ κοντά μου , στην αγκαλιά μου."
Υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Το πρώτο είναι συμβουλή.
Το δεύτερο είναι αγάπη.
Τώρα αφήστε με λίγο να ξεκουραστώ.
Η νύχτα ήρθε.
Κι εγώ κουράστηκα να θυμάμαι.
Αλλά πριν κλείσω τα μάτια μου, θέλω να σας πω το τελευταίο μου μυστικό.
Δεν ήταν οι μεγάλες στιγμές που έκαναν τη ζωή μου όμορφη.
Ήταν οι μικρές.
Το ψωμί στο τραπέζι.
Ο ήλιος στα σεντόνια.
Το παιδί που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Το χέρι του άντρα μου μέσα στο δικό μου.
Το γέλιο από το εγγόνι
Ένας καφές με φίλες
Ένα κρασάκι σε μια ταβέρνα .
Μια πόρτα ανοιχτή.
Μια καρέκλα τραβηγμένη προς τα έξω.
Και κάποιος να μου λέει:
" Έλα Κάτσε."
Τώρα το καταλαβαίνω.
Δεν ζητούσα ποτέ πολλά από τη ζωή.
Απλώς τότε δεν το ήξερα.
Ζητούσα ανθρώπους.
Και τους είχα.
Αυτό ήταν το θαύμα.
Όχι ότι έζησα ενενήντα χρόνια.
Αλλά ότι μέσα σε αυτά τα ενενήντα χρόνια…
υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν την καρδιά μου να αισθανθεί πως άξιζε να χτυπά.
Κι αν θέλετε να με θυμάστε…
μην κρατήσετε τη φωτογραφία μου.
Κρατήστε την καρέκλα μου.
Κι όταν κάποιος έρθει στο σπίτι σας, τραβήξτε την λίγο προς τα έξω.
Πείτε του:
"Έλα, κάτσε."
Γιατί τελικά…
όλη η ζωή μπορεί να χωρέσει σε μια τέτοια μικρή λέξη.
Κάτσε.
Κι ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο παραμύθι που μπορεί να πει μια γιαγιά πριν κοιμηθεί.
Όχι «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
Αλλά:
«Αγαπηθήκαμε όσο προλάβαμε.
Και αυτό ήταν αρκετό.»
© Ελένη Λούκαρη - Καλαϊτσίδου
© Ελένη Λούκαρη - Καλαϊτσίδου







































