Thursday, January 29, 2026

Δώσε για να λάβεις

 ΔΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΛΑΒΕΙΣ 🌏

(λυρική εκδοχή)

Καλησπέρα, αγαπημένοι μου.

Εύχομαι η εβδομάδα να σας βρει

με υγεία στο σώμα,

γαλήνη στον νου

και φως στην καρδιά.

Οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν δύσβατα μονοπάτια.

Η κρίση, οι πόλεμοι, η βία,

η απληστία που φόρεσε κοστούμι κανονικότητας,

γέννησαν προσδοκίες ξένες προς την ψυχή.

Και μέσα σε αυτόν τον θόρυβο

οι άνθρωποι έμαθαν να παίρνουν

χωρίς να δίνουν.

Όποιος κοιτά μόνο τον εαυτό του

χτίζει γύρω του τοίχους.

Και οι τοίχοι, όσο ψηλοί κι αν είναι,

δεν οδηγούν ποτέ στην ελευθερία

ούτε στον αληθινό πλούτο.

Όταν όμως αφήσεις την ψυχή να σε οδηγήσει,

θυμάσαι ποιος είσαι.

Και τότε γεννιέται η ανάγκη

όχι να κατέχεις,

αλλά να μοιράζεσαι.

Στη ζωή θα συναντήσουμε πολλούς ανθρώπους.

Άλλοι δίνουν λίγα από τα πολλά τους

και περιμένουν χειροκρότημα·

η προσφορά τους βαραίνει

από την κρυφή ανάγκη της αναγνώρισης.

Άλλοι έχουν ελάχιστα

και τα δίνουν όλα.

Αυτοί εμπιστεύονται τη ζωή.

Και η ζωή δεν τους αφήνει ποτέ άδειους.

Υπάρχουν εκείνοι που δίνουν με χαρά

κι η χαρά τους είναι αρκετή.

Άλλοι που δίνουν με πόνο

κι ο πόνος τους γίνεται μύηση.

Και υπάρχουν κι εκείνοι

που δίνουν χωρίς να το σκέφτονται.

Δίνουν

όπως η μυρτιά χαρίζει το άρωμά της.

Χωρίς θόρυβο.

Χωρίς απαίτηση.

Μέσα από τα χέρια τους μιλά ο Θεός

και πίσω από τα μάτια τους

η γη χαμογελά.

Τους λένε ρομαντικούς.

Μα δεν είναι ονειροπόλοι.

Είναι άνθρωποι με ήθος.

Με αθωότητα, εκτίμηση,

ανιδιοτελή προσφορά,

αγάπη καθαρή

και ενδιαφέρον αληθινό.

Δίνουν αθόρυβα.

Δεν ζητούν ανταπόδοση.

Κι όμως έχουν κερδίσει το πιο δύσκολο:

έχουν βγει από τη φυλακή τους.

Αυτούς σεβόμαστε.

Αυτούς θαυμάζουμε.

Γιατί μας θυμίζουν

τον δρόμο που ξεχάσαμε.

Σε αυτούς θα ήθελα να ανήκω κι εγώ.

Να δίνω ό,τι έχω

χωρίς να μετρώ.

Ακόμα κι αν χρειαστεί

να σπάσω σε χίλια κομμάτια.

Να δίνω μέχρι την τελευταία πνοή,

γιατί δεν υπάρχει πιο γεμάτο συναίσθημα

από το να χαρίζεις.

Καλό είναι να δίνεις όταν σου ζητηθεί.

Μα πιο όμορφο είναι

να δίνεις χωρίς να στο ζητήσουν.

Γιατί για τον ανοιχτόχειρα

η αναζήτηση εκείνου που θα λάβει

είναι χαρά μεγαλύτερη

από το ίδιο το δώρο.

Κι όμως —

ό,τι δώσεις, κάποτε επιστρέφει.

Ίσως όχι από το ίδιο χέρι.

Αλλά από τη ζωή.

Μην λες:

«Θα έδινα, αλλά μόνο στους άξιους».

Τα δέντρα δεν ξεχωρίζουν ποιος αξίζει τη σκιά τους.

Ούτε τα κοπάδια διαλέγουν

σε ποιον θα προσφέρουν ζωή.

Δίνουν για να υπάρξουν.

Γιατί το να κρατάς

σημαίνει να χάνεσαι.

Όποιος είναι άξιος να δεχτεί

τις μέρες και τις νύχτες του Θεού,

είναι άξιος και για το λίγο σου.

Και όποιος πίνει από τον ωκεανό της ζωής,

αξίζει να γεμίσει το φλιτζάνι του

κι από το μικρό σου ρυάκι.

Κάθε μέρα,

σε όλο τον κόσμο,

άνθρωποι δίνουν από τον εαυτό τους

σιωπηλά.

Και μέσα σε εκείνους που θα λάβουν

θα είμαστε κι εμείς.

Μα μην γίνεις δότης

που απαιτεί ξεγύμνωμα ψυχής

για να αναγνωρίσει αξία.

Δες πρώτα ότι αξίζεις εσύ

να δίνεις.

Γιατί στην αλήθεια

η ζωή δίνει στη ζωή

κι εμείς είμαστε μάρτυρες

του θαύματος.

Δώσε για να λάβεις.

Μην μετράς.

Αυτό που για σένα είναι άχρηστο,

για κάποιον άλλον

είναι θησαυρός.

Δώσε για να λάβεις.

Η ισορροπία είναι ο νόμος.

Αν ευνοήσεις μόνο το ένα,

η ψυχή μαραίνεται.

Δώσε και λάβε.

Αντίθεση και ένωση.

Και μέσα από αυτή

υφαίνεται ο ιστός της ζωής.

Με καρδιά ελεύθερη,

μάτια ανοιχτά

και αγκαλιά πρόθυμη,

ζώντας με αλήθεια,

θυμόμαστε:

Είμαστε όλοι Ένα.

Ας μη πουλάμε τις αξίες μας.

Ας πλησιάσουμε, έστω λίγο, την προσφορά.

Ας αφήσουμε τον εγωισμό

και ας συναντήσουμε

τον άνθρωπο μέσα μας

και απέναντί μας.

Το μοιρολογι της μάνας 27 Γενάρη




 Είκοσι εφτά Γενάρη όλη η Ελλάδα θρηνεί ,

κι η Θεσσαλονίκη σκύβει με δάκρυ σιωπηλή 


Στα μαύρα ντύθηκε ο Βορράς, ράγισε η χαρά,

κι έγινε η νύχτα προσευχή με αναφιλητά 


Μάνες θρηνούν, τα σπίτια κλαιν, παγώσαν τα σοκάκια,

κι η Τούμπα στέκει βουβή, με δάκρυα στα μάτια 


Δεν ήσασταν αριθμοί, ούτε στιγμές χαμένες,

ήσασταν γιοι και αδερφοί, ψυχές αγαπημένες.


Αχ 

Παιδί μου, πού σε πάνε έτσι νωρίς στα σκοτεινά,

δεν πρόλαβα να σε φιλήσω, να σε πάρω αγκαλιά 


Φορούσες όνειρα λευκά, μαύρο κασκόλ στον λαιμό,

και μου ’λεγες «μάνα μη φοβάσαι, θα γυρίσω εγώ».


Δεν γύρισες παιδί μου … κι η πόρτα μου ακόμα σε ζητά,

το πιάτο σου άδειο κάθε νυχτιά μετράει τα λεπτά.


Κλαίει ο δρόμος που περνούσες, κλαίει ολ' η γειτονιά,

κι η Τούμπα τώρα ορφανή, σαν βουβή εκκλησιά


Δεν ήσουν αριθμός παιδί, μου ούτε κακή στιγμή,

ήσουν η ανάσα μου μισή, το φως μου το πρωί.


Ποιος Θεός παίρνει τα παιδιά πριν ζήσουν τη ζωή;

ποιος ουρανός αντέχει, μάνα, τέτοια προσευχή;


Ανέβα, γιε μου, όπου ψηλά ανάβουν φώτα αιώνια,

και φώναξε «ΠΑΟΚΑΡΑ μου»,

  απ' τ' ουρανού τ' αλώνια 


Κι εγώ εδώ θα σ’ καρτερώ με μαύρη την καρδιά,

γιατί η μάνα δεν ξεχνά — μόνο μαθαίνει να πονά


@