Είκοσι εφτά Γενάρη όλη η Ελλάδα θρηνεί ,
κι η Θεσσαλονίκη σκύβει με δάκρυ σιωπηλή
Στα μαύρα ντύθηκε ο Βορράς, ράγισε η χαρά,
κι έγινε η νύχτα προσευχή με αναφιλητά
Μάνες θρηνούν, τα σπίτια κλαιν, παγώσαν τα σοκάκια,
κι η Τούμπα στέκει βουβή, με δάκρυα στα μάτια
Δεν ήσασταν αριθμοί, ούτε στιγμές χαμένες,
ήσασταν γιοι και αδερφοί, ψυχές αγαπημένες.
Αχ
Παιδί μου, πού σε πάνε έτσι νωρίς στα σκοτεινά,
δεν πρόλαβα να σε φιλήσω, να σε πάρω αγκαλιά
Φορούσες όνειρα λευκά, μαύρο κασκόλ στον λαιμό,
και μου ’λεγες «μάνα μη φοβάσαι, θα γυρίσω εγώ».
Δεν γύρισες παιδί μου … κι η πόρτα μου ακόμα σε ζητά,
το πιάτο σου άδειο κάθε νυχτιά μετράει τα λεπτά.
Κλαίει ο δρόμος που περνούσες, κλαίει ολ' η γειτονιά,
κι η Τούμπα τώρα ορφανή, σαν βουβή εκκλησιά
Δεν ήσουν αριθμός παιδί, μου ούτε κακή στιγμή,
ήσουν η ανάσα μου μισή, το φως μου το πρωί.
Ποιος Θεός παίρνει τα παιδιά πριν ζήσουν τη ζωή;
ποιος ουρανός αντέχει, μάνα, τέτοια προσευχή;
Ανέβα, γιε μου, όπου ψηλά ανάβουν φώτα αιώνια,
και φώναξε «ΠΑΟΚΑΡΑ μου»,
απ' τ' ουρανού τ' αλώνια
Κι εγώ εδώ θα σ’ καρτερώ με μαύρη την καρδιά,
γιατί η μάνα δεν ξεχνά — μόνο μαθαίνει να πονά
@
No comments:
Post a Comment