Στις 4 Φεβρουαρίου, η σιωπή αποκτά φωνή.
Μια φωνή που μιλά για σώματα κουρασμένα και ψυχές ανθεκτικές.
Για μάχες αθέατες, που δίνονται σε θαλάμους λευκους και σε νύχτες χωρίς ύπνο.
Ο καρκίνος δεν μετριέται μόνο σε κύτταρα, μετριέται σε βλέμματα που δεν λύγισαν,
σε χέρια που κράτησαν άλλα χέρια,
σε μια λέξη — ελπίδα — που αρνήθηκε να σωπάσει.
Σήμερα θυμόμαστε.
Σήμερα στεκόμαστε δίπλα.
Σήμερα υποσχόμαστε πως όσο υπάρχει άνθρωπος, θα υπάρχει και φως.
❤️Εκεί που η αγάπησε νίκησε τον καρκίνο❤️
Μια ιστορία για τη δύναμη της αγάπης και της ζωής
Η Μαρία καθόταν στο παράθυρο, κοιτώντας το χειμωνιάτικο τοπίο όπου το φως του ήλιου έπεφτε απαλά στα βιβλία της.
Κάθε σελίδα που γύριζε ήταν μια προσπάθεια να ξεχάσει το ρυθμό των μηχανημάτων, τα βήματα των γιατρών και νοσηλευτών στο διάδρομο, τη μοναξιά που έκρυβε η λευκή πτέρυγα.
Τότε άκουσε μια ανδρική φωνή από την πόρτα του θαλάμου να της λέει :
"--Κάθε φορά που κοιτώ το χιόνι , σκέφτομαι ότι όλα μπορεί να τα καλύψει ακόμη και τις πληγές ".
Ήταν ο Δημήτρης, ο ασθενής από τον απέναντι θάλαμο .
Το χαμόγελό του ήταν αμήχανο αλλά ειλικρινές. Κάθισε δίπλα της κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό μπλοκ σχεδίων.
«--Σχεδιάζω τον κόσμο όπως θα ήθελα να είναι», είπε. Τα μάτια του είχαν μια ζεστασιά που φώτιζε το δωμάτιο πιο πολύ κι από τον ήλιο.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν ευχάριστες ,
οι λέξεις έγιναν γέλιο, το γέλιο αγγίγματα
και τα αγγίγματα υποσχέσεις.
Μιλούσαν για φόβους για όνειρα που νικήθηκαν και για όσα ήθελαν ακόμα να ζήσουν.
Και κάθε φορά που οι γιατροί έφευγαν από το θάλαμο εκείνοι μένανε μόνοι με την καρδιά τους γεμάτη από αισθήματα τρυφερά που έκρυβαν μια αλήθεια : ότι είχαν βρει ο ένας στον άλλον
κάτι που δεν ήξεραν ότι έψαχναν.
Ένα απόγευμα με το φως να πέφτει χρυσό στα κρεβάτια ο Δημήτρης πήρε το χέρι της Μαρίας μέσα στα χέρια του.
Τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν φυσικά σαν να ήταν φτιαγμένα για να ταιριάζουν.
«---Δεν ξέρω τι μας περιμένει», ψιθύρισε,
«αλλά ξέρω ότι θέλω να είμαι εδώ… μαζί σου τώρα».
Η Μαρία χαμογέλασε με δάκρυα που έπεφταν στα χείλη της, με γεύση αλμυρή αλλά και γλυκιά ταυτόχρονα.
Στο μικρό τους καταφύγιο μέσα σε λευκούς τοίχους και ήχους μηχανημάτων ανακάλυψαν κάτι σπάνιο: ότι η αγάπη μπορεί να ανθίσει ακόμη και εκεί που όλα μοιάζουν εύθραυστα και ότι η καρδιά βρίσκει φως ακόμα στις πιο σκοτεινές στιγμές.
Και κάπως έτσι ανάμεσα σε θεραπείες και όνειρα γεννήθηκε μια ιστορία που δεν τελείωνε με τον φόβο αλλά με την ελπίδα την τρυφερότητα και ένα χέρι που πάντα κρατούσε το άλλο.
Η Μαρία και ο Δημήτρης συνέχιζαν να μοιράζονται μικρές νίκες και μεγάλα όνειρα μέσα στους λευκούς τοίχους του νοσοκομείου.
Κάθε χαμόγελο, κάθε αστείο, κάθε σιωπηλό βλέμμα γινόταν δύναμη.
Σιγά-σιγά ένιωθαν πως η αγάπη τους τους έδινε φτερά — φτερά που τους σηκώναν ψηλότερα από τον φόβο, την αβεβαιότητα και τον πόνο.
Και τότε ήρθαν οι μέρες που περίμεναν με πολύ καρδιοχτύπι: οι εξετάσεις βγήκαν καλές.
Το χαμόγελο τους γέμισε το δωμάτιο, και το εξιτήριο ήταν σαν το πρώτο τους μεγάλο ταξίδι μαζί έξω από τους λευκούς τοίχους στον κόσμο που τους περίμενε.
Δεν ξέχασαν ποτέ ο ένας τον άλλον.
Η ιστορία τους δεν έμεινε μέσα στους διαδρόμους του νοσοκομείου· ταξίδεψε μαζί τους σε κάθε βήμα της ζωής τους.
Χρόνια αργότερα με καρδιές που είχαν αντέξει και χέρια που είχαν κρατηθεί στα πιο δύσκολα παντρεύτηκαν.
Και η αγάπη που γεννήθηκε μέσα στη δυσκολία έγινε φως για όλη τους τη ζωή —
φως που ποτέ δεν έσβησε.
© Ελένη Λούκαρη Καλαϊτσίδου
No comments:
Post a Comment