Saturday, June 20, 2026

Η νύχτα που η γη σείστηκε – Θεσσαλονίκη, 20 Ιουνίου 1978

 


Η νύχτα που η γη σείστηκε – Θεσσαλονίκη, 20 Ιουνίου 1978

Στις 20 Ιουνίου 1978 βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσα στην Επιθεώρηση Τοπογραφικής. Έμενα στην Ευαγγελίστρια, στο σπίτι της θείας μου Ευθυμούλας, η οποία εκείνες τις ημέρες έλειπε για διακοπές.

Εκείνο το απόγευμα είχα πάει να επισκεφθώ μια αγαπημένη μου φίλη και συμμαθήτρια, που έμενε στην οδό Αγίου Δημητρίου. Αρχίσαμε να θυμόμαστε τα σχολικά μας χρόνια και να συζητάμε με τόση χαρά, που βράδιασε χωρίς να το καταλάβουμε.

Αποφάσισα να επιστρέψω σπίτι και μάλιστα σκέφτηκα να μαγειρέψω μια κότα.

Η Ευαγγελίστρια ήταν μια ιδιαίτερη γειτονιά. Τα περισσότερα σπίτια ήταν μικρές μονοκατοικίες ή διώροφα, πολλά από αυτά δοσμένα σε οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Τα σπίτια είχαν συνήθως δύο εισόδους και συνδέονταν μεταξύ τους με μικρά κοινά σοκάκια, γεμάτα ιστορίες και ανθρώπινες στιγμές.

Εκεί που κρατούσα το κοτόπουλο πάνω από το καμινέτο για να το καψαλίσω, άκουσα ξαφνικά χτυπήματα στην πόρτα της κουζίνας, που έβγαινε σε ένα στενό δρομάκι. Αμέσως μετά ακούστηκε ένας δυνατός βόμβος και η γη άρχισε να κουνιέται.

Πέταξα το κοτόπουλο στον νεροχύτη μαζί με το καμινέτο και έτρεξα έξω από την κεντρική πόρτα.

Ο δρόμος είχε γεμίσει ανθρώπους. Μητέρες κρατούσαν τα μωρά στην αγκαλιά τους, μικρά παιδιά έκλαιγαν, άνθρωποι με τις πυτζάμες είχαν βγει έξω τρομαγμένοι. Όλοι κοιταζόμασταν με φόβο στα μάτια και κάναμε τον σταυρό μας.

Εκεί συνάντησα τη μία ξαδέλφη μου, που κρατούσε στην αγκαλιά τη μικρή της κόρη και είχε τον γιο της από το χέρι. Σκέφτηκα αμέσως την άλλη μου ξαδέλφη, την κόρη της θείας μου, που έμενε στις Σαράντα Εκκλησιές, κοντά στην Ευαγγελίστρια. Φαντάστηκα πως θα ανησυχούσε για μένα και αποφάσισα να μπω πάλι στο σπίτι για να της τηλεφωνήσω.

Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκα μέσα. Σήκωσα το ακουστικό, όμως οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν κοπεί. Έκανα ακόμη έναν έλεγχο στα δωμάτια για να δω αν είχαν προκληθεί ζημιές.

Καθώς έβγαινα από το ένα δωμάτιο, έπεσε ένα κομμάτι από το ταβάνι ακριβώς πίσω μου. Ήμουν μόλις 23 ετών· εκείνη η ηλικία δεν υπολογίζει πάντα τον κίνδυνο.

Λίγο αργότερα έφτασε η ξαδέλφη μου από τις Σαράντα Εκκλησιές με τον άντρα της και τον γιο τους για να με πάρουν και να πάμε όλοι μαζί στο Σέιχ Σου. Ο σεισμός την είχε βρει μέσα στο μπάνιο. Βγήκε όπως όπως, έριξε ένα φόρεμα πάνω της, άρπαξε το παιδί της και έφυγαν από το σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη τους σκέψη ήταν να έρθουν να βρουν εμένα. Και γι’ αυτό τους ευγνωμονώ μέχρι σήμερα.

Ο δρόμος προς το Σέιχ Σου ήταν γεμάτος αυτοκίνητα. Παρόλο που η απόσταση από την Ευαγγελίστρια ήταν μικρή, χρειάστηκε αρκετή ώρα για να φτάσουμε.

Καθώς προχωρούσαμε, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τα τραγικά νέα για την κατάρρευση της πολυκατοικίας στην πλατεία Ιπποδρομίου, όπου βρισκόταν το ζαχαροπλαστείο «Νίκος». Παγώσαμε. Σε εκείνη την πολυκατοικία έμενε μια πρώτη ξαδέλφη της μητέρας μου, με τα δύο της παιδιά.

Ο εκφωνητής του ραδιοφώνου, με φωνή γεμάτη αγωνία, καλούσε όποιον διέθετε φτυάρια και μηχανήματα να σπεύσει για βοήθεια, γιατί υπήρχαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι κάτω από τα χαλάσματα.

Η αγωνία μας είχε φτάσει στο κόκκινο.

«Τι απέγινε η θεία μου; Τα ξαδέλφια μου; Σώθηκαν;»

Όλη τη νύχτα η γη δεν σταμάτησε να μας θυμίζει τη δύναμή της. Οι μετασεισμοί ήταν συνεχείς και κανείς δεν μπορούσε να νιώσει ασφαλής.

Μείναμε όλο το βράδυ στο Σέιχ Σου μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν χάραξε και φάνηκε το πρώτο φως της ημέρας, επιστρέψαμε στα σπίτια μας για να αλλάξουμε ρούχα και να πάμε στις δουλειές μας.

Κατεβαίνοντας την οδό Πανεπιστημίου, αντικρίσαμε έναν κόσμο που είχε ξενυχτήσει στους δρόμους, στις πλατείες και μέσα στα αυτοκίνητα. Στα πρόσωπα όλων ήταν χαραγμένη η ίδια αγωνία.

Αργότερα, έπειτα από επικοινωνία με συγγενείς, μάθαμε πως η θεία μου και τα ξαδέλφια μου ήταν καλά. Ήταν πραγματικά ένα θαύμα, γιατί εκείνη την ώρα έλειπαν από το σπίτι τους. Το σπίτι τους όμως καταστράφηκε ολοσχερώς.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες για όλους τους Θεσσαλονικείς. Οι μετασεισμοί συνεχίζονταν και η αγωνία δεν έφευγε από τις καρδιές μας.

Το σπίτι της θείας μου, μετά από έλεγχο των μηχανικών, χαρακτηρίστηκε «κίτρινο», κάτι που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να κατοικηθεί μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές.

Οποτε οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες και για μένα. Για περίπου τρεις μήνες αναγκάστηκα να πηγαινοέρχομαι καθημερινά από τη Βέροια - Θεσσαλονίκη - Βέροια , μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες επισκευές στο σπίτι της θείας μου.

Δεν παραπονιόμουν όμως. Γνώριζα ότι για πολλούς συνανθρώπους μας η δοκιμασία ήταν πολύ μεγαλύτερη. Πολλές οικογένειες είχαν χάσει τα σπίτια τους και πέρασαν εβδομάδες ή και μήνες ζώντας σε σκηνές που στήθηκαν από την Πολιτεία, προσπαθώντας να ξαναβρούν έναν ρυθμό ζωής μέσα στα συντρίμμια και στον φόβο των συνεχών μετασεισμών.



Ο απολογισμός του σεισμού ήταν βαρύς. Επίσημα, ο μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης της 20ής Ιουνίου 1978 στοίχισε τη ζωή σε 49 ανθρώπους, ενώ εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Η μεγαλύτερη τραγωδία σημειώθηκε στην πολυκατοικία της πλατείας Ιπποδρομίου, όπου η κατάρρευσή της συνδέθηκε με σοβαρές κατασκευαστικές αστοχίες και παραλείψεις στην εφαρμογή των κανόνων δόμησης.

Η σκέψη πως αρκετές από αυτές τις ζωές χάθηκαν όχι μόνο εξαιτίας της δύναμης της φύσης αλλά και εξαιτίας ανθρώπινων λαθών, έκανε τον πόνο και την οργή ακόμη μεγαλύτερους.

Ο σεισμός εκείνος άφησε πληγές στη Θεσσαλονίκη που δεν ήταν μόνο στα κτίρια. Άφησε σημάδια στις ψυχές των ανθρώπων που τον έζησαν. Όσοι βρεθήκαμε εκείνη τη νύχτα στους δρόμους, στα αυτοκίνητα και στο Σέιχ Σου, κρατάμε ακόμη μέσα μας τον βουητο  της γης, τον φόβο στα μάτια των ανθρώπων και την ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης αλληλεγγύης.

«Ένας σεισμός είναι δύναμη της φύσης. Όμως όταν η αμέλεια και η ανθρώπινη ευθύνη μετατρέπουν μια καταστροφή σε τραγωδία, το ερώτημα μένει πάντα το ίδιο: Γιατί;»

Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη τη νύχτα, όμως  έμεινε χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μου.


© Ελένη Λούκαρη - Καλαϊτσίδου 

No comments: