ΣΗΜΕΡΑ Η ΒΈΡΟΙΑ ΓΙΟΡΤΆΖΕΙ
🇬🇷Βέροια, 16 Οκτωβρίου 1912 – 16 Οκτωβρίου 2026
Εθνικη επέτειος απελευθέρωσης από τους Οθωμανούς 🇬🇷
❤️Μνήμες ελευθερίας, μαθητικές αναμνήσεις και νοσταλγία μιας άλλης εποχής ❤️
Σήμερα η Βέροια γιορτάζει και πανηγυρίζει.
Σαν να γυρίζει ο χρόνος εκατόν δεκαπέντε χρόνια πίσω, τότε που οι καμπάνες των εκκλησιών της χτυπούσαν χαρμόσυνα, σκορπίζοντας το μήνυμα της λευτεριάς.
Τότε που τα παιδιά δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τη χαρά τους και οι μεγαλύτεροι τα δάκρυά τους, καθώς η πολυπόθητη είδηση γινόταν πραγματικότητα.
Η ελευθερία είχε επιτέλους φτάσει!
Σχεδόν πέντε αιώνες προσμονής, πόνου και δοκιμασιών έβρισκαν την ιστορική τους δικαίωση. Από εκείνη τη μακρινή, πικρή εποχή, όταν οι Οθωμανοί οδήγησαν στο μαρτύριο, έξω από την Παλαιά Μητρόπολη, τον ποιμενάρχη της πόλης, τον άγιο ιερομάρτυρα Αρσένιο, μέχρι την ημέρα που η Βέροια ανέπνευσε ξανά τον αέρα της ελευθερίας, είχαν μεσολαβήσει αιώνες στερήσεων, διωγμών, απειλών και αμέτρητων πόνων.
Κι όμως, η ελπίδα δεν έσβησε.
Έμεινε ζωντανή, σαν καντήλι αναμμένο μέσα στη νύχτα, περιμένοντας την αυγή.
Η 16η Οκτωβρίου 1912 χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη και στην ιστορία της Βέροιας. Μια ημέρα γεμάτη συγκίνηση και χαρά, μια ημέρα λύτρωσης και εθνικής υπερηφάνειας. Η πόλη περνούσε από την κυριαρχία της άλλοτε κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην αγκαλιά του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Οι καμπάνες αντηχούσαν, οι καρδιές χτυπούσαν δυνατά και η ιστορία άνοιγε μια καινούργια σελίδα, γραμμένη με δάκρυα, πίστη και προσμονή.
Κι όμως, οι επέτειοι δεν ξυπνούν μονάχα τις μνήμες του μακρινού παρελθόντος.
Ξεφυλλίζουν και το προσωπικό μας βιβλίο αναμνήσεων, εκεί όπου φυλάσσονται πολύτιμες στιγμές των δικών μας χρόνων, των μαθητικών μας χρόνων.
Τότε που οι παρελάσεις ήταν για εμάς γιορτή, χαρά και περηφάνια, μα μαζί και μια μικρή δοκιμασία, γεμάτη άγχος, αγωνία και προσμονή.
Πάντα τέτοιες μέρες, η μνήμη γυρίζει πίσω, στα δικά μας γυμνασιακά χρόνια, στο 1ο Εξατάξιο Γυμνάσιο Θηλέων Βέροιας, απ’ όπου αποφοίτησα το 1973.
Γεννημένη το 1955, ανήκω σε μια γενιά που γνώρισε ένα σχολείο διαφορετικό, με αυστηρούς κανόνες, απαιτητικούς καθηγητές και βαθμολογίες που δεν χαρίζονταν εύκολα.
Δεν ήταν λίγοι οι μαθητές και οι μαθήτριες που έμεναν στην ίδια τάξη, καθώς οι καθηγητές αντιμετώπιζαν με μεγάλη αυστηρότητα τις σχολικές τους επιδόσεις.
Κι όταν έφτανε η ώρα της παρέλασης, δεν συμμετείχαν μόνο οι συμμαθήτριες της δικής μου τάξης, αλλά και κορίτσια από άλλες τάξεις του Γυμνασίου.
Έτσι, κάτω από την ίδια μπλε ποδιά, με τον λευκό γιακά και τα άσπρα γάντια, συναντιούνταν διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές σχολικές διαδρομές, μα η ίδια νεανική περηφάνια και η ίδια αγωνία να σταθούμε όλες αντάξιες της μεγάλης ημέρας.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι εικόνες εκείνες επιστρέφουν ολοζώντανες.
Κι όσο κι αν ο χρόνος απομακρύνει τις στιγμές, δεν μπορεί να σβήσει τη συγκίνηση μιας εποχής που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μας.
Γιατί τα μαθητικά χρόνια δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο της ζωής μας· είναι μια ολόκληρη πατρίδα της ψυχής, όπου πάντα επιστρέφουμε με νοσταλγία.
Όλες ντυμένες με την ίδια στολή: μπλε ποδιά, λίγο πάνω από τη γάμπα, λευκός γιακάς, μαλλιά προσεκτικά μαζεμένα και άσπρα γάντια στα χέρια. Για τακούνια ούτε λόγος· αθλητικά παπούτσια και βήμα σταθερό.
Οι ψηλές μπροστά, οι αριστούχες στη σημαία ή επικεφαλής των τμημάτων, κι εμείς όλες στη θέση μας, έτοιμες για τη μεγάλη στιγμή.
«Ίσιο το κορμί! Ψηλά το πηγούνι! Το χέρι στο ύψος του ώμου!»
Η φωνή της γυμνάστριας αντηχούσε επίμονα στ’ αυτιά μας. Οι γραμμές έπρεπε να είναι άψογες, τα βήματα συγχρονισμένα, τα βλέμματα προσηλωμένα.
Σαν μικρά στρατιωτάκια, στοιχισμένα με ακρίβεια, προσπαθούσαμε να κρύψουμε την αγωνία μας πίσω από ένα σοβαρό, σχεδόν αυστηρό ύφος.
Και μπροστά μας, τα πέντε τύμπανα, οδηγός και παλμός της παρέλασης.
Κι εγώ ήμουν εκεί , τυμπανιστρια!
Ανάμεσα στα κορίτσια 3η στη σειρά στην πρώτη φωτογραφία και 5η στην 2η φωτογραφία.
Δίναμε τον ρυθμό αμέσως μόλις περνούσαμε από την εξέδρα των επισήμων. Μπορεί να περάσει μισός αιώνας και κάτι αλλά ακόμη θυμάμαι τον Ρυθμό
Κι είναι παράξενο πώς ορισμένοι ήχοι δεν χάνονται ποτέ.
Μένουν κρυμμένοι σε μια γωνιά της ψυχής και, με την πρώτη αφορμή, ξαναζωντανεύουν ολοκάθαροι, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα.
Ανάμεσα στα νεανικά πρόσωπα, στα αγέρωχα βήματα και στις καρδιές που χτυπούσαν δυνατά, κάτω από τα βλέμματα των Βεροιωτών που είχαν κατακλύσει τους δρόμους και τα μπαλκόνια.
Αλίμονο, όμως, σε όποια τολμούσε να ξεφύγει από τους αυστηρούς κανόνες της εμφάνισης!
Ένα χτένισμα που δεν υπάκουε στις επιταγές της γυμνάστριας μπορούσε να έχει οδυνηρές συνέπειες: την περίμενε το λούσιμο κάτω από τη βρύση του τότε Γυμνασίου Θηλέων Βέροιας , εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο.
Ποιος θα τολμούσε, λοιπόν, να παραβιάσει τους άγραφους νόμους της σχολικής πειθαρχίας;
Στα πεζοδρόμια, ωστόσο, παραμόνευε ένας άλλος κόσμος, πολύ πιο παιχνιδιάρης!
Τα αγόρια της ηλικίας μας, όσα δεν συμμετείχαν στην παρέλαση, έπαιρναν θέση και περίμεναν τη διέλευσή μας.
Και τότε άρχιζε το πανηγύρι!
Στραγάλια έπεφταν βροχή στους ώμους μας, ανάκατα με επιδεικτικά χειροκροτήματα, χάχανα και σφυρίγματα.
Κι εμείς, με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά και το πρόσωπο σοβαρό, παλεύαμε να μη χαλάσουμε ούτε για μια στιγμή την πειθαρχημένη μας εικόνα.
Ήταν, ίσως, η πιο αστεία, η πιο απρόβλεπτη και συνάμα η πιο χαλαρωτική στιγμή μιας κατά τα άλλα αυστηρής και σοβαροφανούς παρέλασης.
Μια μικρή, γλυκιά ανατροπή, που έδινε στη μαθητική μας ζωή το αλάτι της ανεμελιάς και τη γεύση εκείνης της αθώας νιότης.
Κι ύστερα ερχόταν η λύτρωση!
Φτάναμε επιτέλους στο τέρμα που μας είχαν ορίσει και, σαν να λυνόταν ξαφνικά κάποιο αόρατο σχοινί, οι μέχρι τότε αψεγάδιαστες γραμμές άρχιζαν να στραβώνουν, τα πρόσωπα να χαλαρώνουν και τα βλέμματα να ξεφεύγουν από την αυστηρή ευθεία. Ένα χαμόγελο, μια κουβέντα, μια ανάσα ανακούφισης.
Η μεγάλη δοκιμασία είχε τελειώσει!
Την επομένη περιμέναμε με αγωνία την επιβράβευση από τον γυμνασιάρχη και τις γυμνάστριες.
Και, φυσικά, την πολυπόθητη εκδρομή!
Εκείνη ήταν το δώρο μας, η μικρή ανταμοιβή για τις ατέλειωτες πρόβες, την πειθαρχία, το άγχος και την προσπάθεια.
Σήμερα, καθώς η Βέροια γιορτάζει τη δική της μεγάλη ημέρα, οι μνήμες μπλέκονται γλυκά μεταξύ τους.
Από τις καμπάνες που ανήγγειλαν τη λευτεριά το 1912 μέχρι τον ρυθμό των μαθητικών μας τυμπάνων, από τα δάκρυα συγκίνησης των παλαιότερων μέχρι τα γέλια και τις αταξίες της δικής μας νιότης, όλα γίνονται κρίκοι μιας αλυσίδας που ενώνει τις γενιές.
Γιατί οι πόλεις δεν ζουν μονάχα μέσα στα βιβλία της Ιστορίας.
Ζουν στις αφηγήσεις των ανθρώπων τους, στις μνήμες που περνούν από γενιά σε γενιά, στις εικόνες που κρατάμε φυλαγμένες βαθιά μέσα μας. Ζουν στις πλατείες και στους δρόμους τους,
στις εκκλησιές που χτυπούν γιορτινά τις καμπάνες τους, στα σχολεία που κάποτε γεμίζανε παιδικές φωνές, στα βήματα που χάραξαν τις δικές τους διαδρομές πάνω στο ίδιο γνώριμο λιθόστρωτο του χρόνου.
Κι έτσι, μέσα από τη σκόνη των χρόνων, οι αναμνήσεις των παρελάσεών μας μοιάζουν σήμερα βγαλμένες από παραμύθι μιας άλλης εποχής.
Ένα παραμύθι με μπλε ποδιές, λευκά γάντια, τύμπανα, στραγάλια, γέλια και νεανικές καρδιές που χτυπούσαν δυνατά.
Ένα παραμύθι που δεν έσβησε ποτέ, γιατί όσα αγαπήσαμε αληθινά δεν χάνονται.
Μένουν μέσα μας, φωτεινά και τρυφερά, σαν εκείνη τη μακρινή ημέρα της ελευθερίας που εξακολουθεί να φωτίζει τη Βέροια.
Σ’ αυτές τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες δεν βλέπω μονάχα μια παρέλαση μιας άλλης εποχής.
Βλέπω τα χρόνια της νιότης μου. Ακούω ξανά τον γνώριμο ήχο των τυμπάνων, νιώθω την αγωνία της σωστής στοίχισης,
θυμάμαι την αυστηρή φωνή της γυμνάστριας, την περηφάνια της συμμετοχής, αλλά και εκείνη τη γλυκιά αναστάτωση που έκρυβε μέσα της κάθε σχολική γιορτή.
Κάθε βήμα στον δρόμο της Βέροιας ήταν κι ένα βήμα προς το μέλλον, χωρίς να γνωρίζουμε τότε πόσο γρήγορα θα περνούσαν τα χρόνια και πόσο πολύτιμες θα γίνονταν αυτές οι στιγμές.
Ήμασταν κορίτσια γεμάτα όνειρα, προσδοκίες και ζωντάνια.
Και σήμερα, μέσα από το ασπρόμαυρο φως των φωτογραφιών, εκείνα τα κορίτσια ξαναζωντανεύουν.
Ο χρόνος δεν τα έχει αγγίξει· μόνο τα έχει μεταφέρει σε μια μακρινή, αγαπημένη όχθη της μνήμης.
Κι εγώ, κοιτάζοντας αυτές τις εικόνες, αναζητώ με συγκίνηση τον εαυτό μου ανάμεσα στις συμμαθήτριές μου.
Και τον βρίσκω…
Όχι μόνο μέσα στις μορφές και στα βήματα, αλλά κυρίως μέσα στο συναίσθημα που παραμένει ολοζώντανο.
Ήμουν κι εγώ εκεί. Και όσο θυμάμαι, θα παρελαύνω ξανά μαζί τους.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που δεν γερνούν ποτέ. Μένουν για πάντα νέες, όπως ακριβώς τις έζησε η καρδιά μας.
❤️🌹Χρόνια πολλά και Ελεύθερα,
αγαπημένη μας Βέροια! 🌹❤️
🇬🇷Η λευτεριά σου είναι η Ιστορία σου,
κι οι μνήμες σου είναι η ψυχή μας.🇬🇷
© Ελένη Λούκαρη - Καλαϊτσίδου








No comments:
Post a Comment