Wednesday, September 30, 2026

Ο Οκτώβρης

 Ο Οκτώβρης έρχεται αθόρυβα, 
με μια χούφτα φύλλα στα χέρια 
και μια βροχή κρυμμένη στα μάτια του.

Πέρασε από τους δρόμους
και άγγιξε τα δέντρα ένα-ένα,
σαν να τα αποχαιρετούσε πριν από έναν μεγάλο ύπνο.
Τα φύλλα πεφτουνε  αργά,
χρυσά και κόκκινα,
σαν μικρές επιστολές που ο άνεμος
δεν πρόλαβε να διαβάσει.

Κι εγώ στάθηκα στο παράθυρο
να κοιτάζω το φθινόπωρο να περνά.
Μυρίζει βρεγμένο χώμα, καφέ και νοσταλγία.
Και μέσα στη σιωπή του
άκουσα την καρδιά μου να θυμάται
όσα ο χρόνος δεν κατάφερε να πάρει.

Ο Οκτώβρης δεν είναι μόνο ένας μήνας.
Είναι μια υπόσχεση πως ακόμη κι όταν κάτι φεύγει,
μένει πίσω του ένα χρώμα,
μια μυρωδιά,
ένα βλέμμα,
ένα «θυμάμαι».

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο μάθημα του φθινοπώρου:
πως δεν χρειάζεται να κρατάς τα φύλλα για να αγαπάς το δέντρο.
Αρκεί να τα αφήσεις να πέσουν
και να ευγνωμονείς τον άνεμο
για όσα σου χάρισε.

Το τραγούδι του Οκτώβρη

Στου Οκτώβρη το δειλινό
 τα φύλλα κίτρινα στο χώμα 
κι ο άνεμος ψιθυριστά
μου φέρνει δροσιά στο στόμα .

Και μια ανάμνηση παλιά  
στο νου μου ηρθε πάλι 
το φως χρυσίζει τη σιωπή
στου δρόμου το σοκάκι.

Ρεφρέν
Ω, Οκτώβρη μου γλυκέ,
μήνα της σιωπής,
φέρνεις μέσα στην καρδιά
άρωμα βροχής.
Κι αν τα φύλλα πέφτουνε,
κάτι μένει εδώ —
μια ανάμνηση χρυσή
κι ένα «σ’ αγαπώ».

Κι ένα πουλί στον ουρανό
χαράζει τη φυγή του,
μα εγώ κρατώ μες στην καρδιά
το άρωμα της γης του.

Στα σύννεφα ζωγραφιστή
η τελευταία μέρα,
κι ο ήλιος μοιάζει να κρατά
του καλοκαιριού τη σφαίρα.

Στους δρόμους πέφτει η βροχή,
μοσχοβολά το χώμα,
κι εγώ κρατώ στα χέρια μου
του φθινοπώρου το χρώμα.

Κι όταν η νύχτα θα ’ρθει πια
μόνη με το φεγγάρι 
θα τραγουδά ο Οκτώβρης μου
σε κάθε ξερό κλωνάρι 

Ρεφρέν
Ω, Οκτώβρη μου γλυκέ,
μήνα της σιωπής,
φέρνεις μέσα στην καρδιά
άρωμα βροχής.
Κι αν τα φύλλα πέφτουνε,
κάτι μένει εδώ —
μια ανάμνηση χρυσή
κι ένα «σ’ αγαπώ».


© Ελένη Λούκαρη Καλαϊτσίδου